μάρτυς

μάρτυς
μάρτῡς , μάρτυς
witness
masc/fem acc pl (aeolic)
μάρτυς
witness
masc/fem nom sg (aeolic)
μάρτυς
witness
masc/fem voc sg
μάρτυς
witness
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • μάρτυς — ο βλ. μάρτυρας …   Dictionary of Greek

  • Χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. — χρόνια βέβαιος μάρτυς ἐς ἀλήθειαν. См. Давность не малый свидетель …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • μάρτυ — μάρτυς witness masc/fem voc sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυν — μάρτυς witness masc/fem acc sg (attic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυος — μάρτυς witness masc/fem gen sg (aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρα — μάρτυς witness masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρας — μάρτυς witness masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρες — μάρτυς witness masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρι — μάρτυς witness masc/fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μάρτυρσι — μάρτυς witness masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”